επικοινωνός

ἐπικοινωνός, -όν (Α) [επικοινωνώ]
αυτός που έχει επικοινωνία, συνάφεια με κάτι («ταύτῃ μὲν οὖν ἐπικοινωνός σοφίῃ τις», Ιπποκρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < επικοινωνώ, υποχωρητικός σχηματισμός (πρβλ. κοινωνός < κοινωνώ)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπικοινωνός — masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικοινωνῶ — ἐπικοινωνέω communicate with pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἐπικοινωνέω communicate with pres ind act 1st sg (attic epic doric) ἐπικοινωνέω communicate with pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἐπικοινωνέω communicate with pres ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικοινωνῶν — ἐπικοινωνέω communicate with pres part act masc nom sg (attic epic doric) ἐπικοινωνέω communicate with pres part act masc nom sg (attic epic doric) ἐπικοινωνός masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.